Απαγορεύω κάτι σε κάποιον
Απαγορεύω κάποιον να κάνει κάτι.
I forbid someone to do something.
Παραδείγματα
- Ελληνικά: Απαγορεύω στα παιδιά να παίζουν στον δρόμο.
Αγγλικά: I forbid the children to play in the street. - Ελληνικά: Ο δάσκαλος απαγορεύει στους μαθητές να χρησιμοποιούν
κινητά στην τάξη.
Αγγλικά: The teacher prohibits the students from using mobile phones in
class. - Ελληνικά: Ο νόμος απαγορεύει στους οδηγούς να μιλάνε στο τηλέφωνο
χωρίς hands-free.
Αγγλικά: The law forbids drivers to talk on the phone without hands-free. - Ελληνικά: Οι γονείς μου απαγορεύουν σε εμένα (με/μου απαγορεύουν) να
μένω έξω μέχρι αργά.
Αγγλικά: My parents don’t allow me to stay out late. - Ελληνικά: Σου απαγορεύω να μου μιλάς έτσι!
Αγγλικά: I forbid you to speak to me like that!
Σου = εσένα to you
Μου = εμένα to me
�� Στα αγγλικά συναντάμε συχνά:
forbid (someone) to do something = επίσημο
prohibit (someone) from doing something = πιο νομικό/επίσημο
not allow / don’t allow (someone) to do something = πιο καθημερινό
Απαγορεύεται το κάπνισμα – smoking is forbidden
Επιτρέπεται το κάπνισμα – smoking is allowed
Καπνίζω – I smoke
Το κάπνισμα – smoking
Απαγορεύεται το κάπνισμα μέσα στο σπίτι.
Κείμενο – Text
| Ελληνικά | English |
|---|---|
| Στο σχολείο υπάρχουν κανόνες. | At school there are rules. |
| Ο δάσκαλος απαγορεύει στους μαθητές να μιλάνε την ώρα του μαθήματος. | The teacher forbids the students to talk during the lesson. |
| Επίσης, απαγορεύεται να χρησιμοποιούν κινητά τηλέφωνα στην τάξη. | It is also forbidden to use mobile phones in the classroom. |
| Στην παιδική χαρά, η μητέρα απαγορεύει στο παιδί της να τρέχει κοντά στον δρόμο. | In the playground, the mother forbids her child to run near the road. |
| Ο νόμος απαγορεύει στους οδηγούς να πίνουν αλκοόλ πριν οδηγήσουν. | The law forbids drivers to drink alcohol before driving. |
| Οι κανόνες αυτοί υπάρχουν για την ασφάλεια όλων. | These rules exist for everyone’s safety. |
Λεξιλόγιο – Vocabulary
| Ελληνικά | English |
|---|---|
| απαγορεύω | to forbid, to prohibit |
| ο κανόνας | rule |
| ο μαθητής, η μαθήτρια οι μαθητές, οι μαθήτριες | student |
| μιλώ / μιλάω | to speak, to talk |
| το μάθημα | lesson |
| το κινητό τηλέφωνο | mobile phone |
| η τάξη | classroom |
| η παιδική χαρά | playground |
| η μητέρα | mother |
| ο δρόμος | road |
| ο οδηγός | driver |
| το αλκοόλ | alcohol |
| η ασφάλεια | safety |
Κείμενο – Text
| Ελληνικά | English |
|---|---|
| Στο σχολείο υπάρχουν κανόνες, αλλά και ελευθερίες. | At school there are rules, but also freedoms. |
| Ο δάσκαλος επιτρέπει στους μαθητές να μιλάνε στο διάλειμμα. | The teacher allows the students to talk during the break. |
| Στην τάξη, επιτρέπεται να κάνουν ερωτήσεις όποτε δεν καταλαβαίνουν κάτι. | In class, it is allowed for them to ask questions whenever they don’t understand something. |
| Στο σπίτι, οι γονείς μου επιτρέπουν σε εμένα και στον αδερφό μου να παίζουμε υπολογιστή το Σαββατοκύριακο. | At home, my parents allow my brother and me to play computer games on the weekend. |
| Το καλοκαίρι, οι γονείς επιτρέπουν στα παιδιά να κοιμούνται πιο αργά. | In the summer, parents allow children to go to bed later. |
| Οι κανόνες είναι σημαντικοί, αλλά και η ελευθερία είναι απαραίτητη. | Rules are important, but freedom is also necessary. |
Λεξιλόγιο – Vocabulary
| Ελληνικά | English |
|---|---|
| επιτρέπω | to allow, to permit |
| η ελευθερία | freedom |
| το διάλειμμα | break |
| η τάξη | classroom |
| η ερώτηση | question |
| καταλαβαίνω | to understand |
| οι γονείς | parents |
| παίζω υπολογιστή | to play computer games |
| το Σαββατοκύριακο | weekend |
| το καλοκαίρι | summer |
| κοιμάμαι | to sleep |
| απαραίτητος, -η, -ο | necessary |
