Ποτέ δεν έβλαψα κανέναν – I never hurt anyone.
I have never harmed anyone. (πιο «επίσημο», με το ρήμα harm)
I never did any harm to anyone. (πιο περιγραφικό)
Δεν έχω βλάψει ποτέ κανέναν.
Δεν έχω ποτέ βλάψει κανέναν.
Βλάπτω κάποιον = κάνω κακό σε κάποιον (do harm)
Βλάπτω, βλάπτεις, βλάπτει,
βλάπτουμε, βλάπτετε, βλάπτουν(ε)
Έβλαψα (harmed)
Έβλαψα, έβλαψες, έβλαψε,
βλάψαμε, βλάψατε, έβλαψαν (βλάψανε)
Θα βλάψω (will harm)
Θα βλάψω, θα βλάψεις, θα βλάψει,
θα βλάψουμε, θα βλάψετε, θα βλάψουν(ε)
Έχω βλάψει (have harmed)
Έχω, έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν(ε) βλάψει
Έβλαψα κάποιον = I harmed someone / I hurt someone (Past Simple)
Θα βλάψω κάποιον = I will harm someone / I will hurt someone (Future
Simple)
Έχω βλάψει κάποιον = I have harmed someone / I have hurt someone
(Present Perfect)
Το harm είναι πιο επίσημο και συχνά δηλώνει γενική ζημιά ή βλάβη, ενώ το hurt
χρησιμοποιείται περισσότερο στην καθημερινή γλώσσα για σωματικό ή
συναισθηματικό πόνο.
δεν έχω βλάψει κανέναν = δεν έχω κάνει κακό σε κανέναν
