Απαγορεύω κάτι σε κάποιον

Απαγορεύω κάτι σε κάποιον
Απαγορεύω κάποιον να κάνει κάτι.

I forbid someone to do something.

Παραδείγματα

  1. Ελληνικά: Απαγορεύω στα παιδιά να παίζουν στον δρόμο.
    Αγγλικά: I forbid the children to play in the street.
  2. Ελληνικά: Ο δάσκαλος απαγορεύει στους μαθητές να χρησιμοποιούν
    κινητά στην τάξη.

    Αγγλικά: The teacher prohibits the students from using mobile phones in
    class.
  3. Ελληνικά: Ο νόμος απαγορεύει στους οδηγούς να μιλάνε στο τηλέφωνο
    χωρίς hands-free.

    Αγγλικά: The law forbids drivers to talk on the phone without hands-free.
  4. Ελληνικά: Οι γονείς μου απαγορεύουν σε εμένα (με/μου απαγορεύουν) να
    μένω έξω μέχρι αργά
    .
    Αγγλικά: My parents don’t allow me to stay out late.
  5. Ελληνικά: Σου απαγορεύω να μου μιλάς έτσι!
    Αγγλικά: I forbid you to speak to me like that!
    Σου = εσένα to you
    Μου = εμένα to me

�� Στα αγγλικά συναντάμε συχνά:
forbid (someone) to do something = επίσημο
prohibit (someone) from doing something = πιο νομικό/επίσημο
not allow / don’t allow (someone) to do something = πιο καθημερινό
Απαγορεύεται το κάπνισμα – smoking is forbidden
Επιτρέπεται το κάπνισμα – smoking is allowed
Καπνίζω – I smoke
Το κάπνισμα – smoking
Απαγορεύεται το κάπνισμα μέσα στο σπίτι.



Κείμενο – Text

ΕλληνικάEnglish
Στο σχολείο υπάρχουν κανόνες.At school there are rules.
Ο δάσκαλος απαγορεύει στους μαθητές να μιλάνε την ώρα του μαθήματος.The teacher forbids the students to talk during the lesson.
Επίσης, απαγορεύεται να χρησιμοποιούν κινητά τηλέφωνα στην τάξη.It is also forbidden to use mobile phones in the classroom.
Στην παιδική χαρά, η μητέρα απαγορεύει στο παιδί της να τρέχει κοντά στον δρόμο.In the playground, the mother forbids her child to run near the road.
Ο νόμος απαγορεύει στους οδηγούς να πίνουν αλκοόλ πριν οδηγήσουν.The law forbids drivers to drink alcohol before driving.
Οι κανόνες αυτοί υπάρχουν για την ασφάλεια όλων.These rules exist for everyone’s safety.

Λεξιλόγιο – Vocabulary

ΕλληνικάEnglish
απαγορεύωto forbid, to prohibit
ο κανόναςrule
ο μαθητής, η μαθήτρια
οι μαθητές, οι μαθήτριες
student
μιλώ / μιλάωto speak, to talk
το μάθημαlesson
το κινητό τηλέφωνοmobile phone
η τάξηclassroom
η παιδική χαράplayground
η μητέραmother
ο δρόμοςroad
ο οδηγόςdriver
το αλκοόλalcohol
η ασφάλειαsafety


Κείμενο – Text

ΕλληνικάEnglish
Στο σχολείο υπάρχουν κανόνες, αλλά και ελευθερίες.At school there are rules, but also freedoms.
Ο δάσκαλος επιτρέπει στους μαθητές να μιλάνε στο διάλειμμα.The teacher allows the students to talk during the break.
Στην τάξη, επιτρέπεται να κάνουν ερωτήσεις όποτε δεν καταλαβαίνουν κάτι.In class, it is allowed for them to ask questions whenever they don’t understand something.
Στο σπίτι, οι γονείς μου επιτρέπουν σε εμένα και στον αδερφό μου να παίζουμε υπολογιστή το Σαββατοκύριακο.At home, my parents allow my brother and me to play computer games on the weekend.
Το καλοκαίρι, οι γονείς επιτρέπουν στα παιδιά να κοιμούνται πιο αργά.In the summer, parents allow children to go to bed later.
Οι κανόνες είναι σημαντικοί, αλλά και η ελευθερία είναι απαραίτητη.Rules are important, but freedom is also necessary.

Λεξιλόγιο – Vocabulary

ΕλληνικάEnglish
επιτρέπωto allow, to permit
η ελευθερίαfreedom
το διάλειμμαbreak
η τάξηclassroom
η ερώτησηquestion
καταλαβαίνωto understand
οι γονείςparents
παίζω υπολογιστήto play computer games
το Σαββατοκύριακοweekend
το καλοκαίριsummer
κοιμάμαιto sleep
απαραίτητος, -η, -οnecessary

If you enjoyed this article, please share it with your friends!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *