Same sound,Different spelling / “Ομόηχες” λέξεις / Ομώνυμα

nouns-ουσιαστικά

Homophones / Same sound/ίδιος ήχος, Different spelling/διαφορετική ορθογραφία”Ομόηχες” λέξεις / Ομόηχα = Ομώνυμα ( όμο (όμοιος ,same) + ο ήχος = sound)

Ομώνυμα είναι οι λέξεις που προφέρονται το ίδιο
αλλά έχουν διαφορετική σημασία. They have the same pronunciation but diafferent meaning.

(το) αίτημα – (τα) έτοιμαrequest-ready (plural, neuter)
(το) βάζο – βάζωvase – to put
(το) δίστιχο ( δύο στίχοι ) –
(το) δύστυχο/κακότυχο
two lyrics – unlucky/unfortunate (singular, neuter)
(η) ήττα – (το) ήτα
(το γράμμα )
defeat – the letter η
(η) κλήση – (η) κλίση –

(κλείνω) (έχω) κλείσει
a call – an incline/conjugation/aptitude(talent) – (close) ‘ve closed
(ο) Κρητικὸς – (ο) κριτικὸςCretan/of Crete – critic
(η) λύρα – (η) λίραan instrument – pound (English currency)
(η) μηλιά (το δέντρο) –
(η) μιλιά – (τα μίλια)
apple tree – the way to speak…speech
μισώ-μισόto hate – half
(το) πιάνο – πιάνωthe piano – to catch
ο δανεικός – ο δανικός (από τη Δανία)
το διάλειμμα (στο σχολείο) – το διάλυμα (υγρού)
σήκω (πάνω) – σύκο (φρούτο)
πήρα (κάτι) – (αυτός έχει) πείρα
η εφορία (οικονομική υπηρεσία) – η ευφορία (πλούσια παραγωγή)
κλείνω την πόρτα – κλίνω ένα ρήμα
το κλίμα της χώρας – το κλήμα στην αυλή μας (κληματαριά, αμπέλι)
ο κριτικός (αυτός που ασκεί κριτική) – ο κρητικός (από την Κρήτη)
η λίρα (νόμισμα) – η λύρα (μουσικό όργανο)
ο λιμός (πείνα) – ο λοιμός (αρρώστεια)
ο όρος (συμφωνία) – το όρος (βουνό)
σήκω (ρήμα) – σύκο (το φρούτο)
ο τοίχος (σπιτιού) – το τείχος (της πόλης)
το φύλλο (δέντρου) – το φύλο (αρσενικό ή θηλυκό)
ο ψηλός (που έχει ύψος) – ο ψιλός (λεπτός)
κ.ά.

αίτημα – έτοιμα
ακόλλητος ( < κολλώ ) – ακώλυτος ( < κωλύω )
άφιλος ( < φίλος ) – άφυλλος ( < φύλλο )
βάζο – βάζω
(ο) βόλος (μπίλια) – Βόλος (η πόλη)
γλείφω ( με τη γλώσσα ) – γλύφω ( με εργαλείο )
δανεικός ( < δανείζω ) – δανικός ( < Δανία )
διάλειμμα (< διαλείπω ) – διάλυμα ( < διαλύω )
δῆμος – δεῖμος ( < η προσωποποίηση του τρόμου)
δίνει ( δίνω ) – δίνη ( στρόβιλος )
δίστιχο ( δύο στίχοι ) – δύστυχο ( το ) (κακότυχο )
(το) δράμα (θεατρικό έργο) – Δράμα (πόλη)
έγγειος – έγκυος
έκκληση – έκλυση ( ηθών )
εξάρτηση ( < εξαρτώμαι ) – εξάρτιση ( πλοίου ) – εξάρτυση ( στρατιώτη )
ετοιμολογία – ετυμολογία ( της λέξης )
ευφορία – εφορία
εύηχα-έβηχα
ήρα ( του σιταριού ) – Ήρα ( θεά )
ήττα – ήτα ( το γράμμα )
θαλάμη ( όπλου ) – θαλάμι ( φωλιά χταποδιού )
θύρα ( πόρτα ) – θήρα ( κυνήγι ) – Θήρα ( το νησί Σαντορίνη )
ίλη ( λόχος ιππικού ) – ύλη
ιός ( γρίπης ) – υιός ( γιός )
Ιωνικός ( < Ιωνία ) – Ιονικός ( < Ιόνιο )
καινός ( καινούριος) – κενός
κάλλος – κάλος
κάππα ( το ) γράμμα – κάπα ( η ) πανωφόρι
(το) κερί – (οι) καιροί
κήτος ( θαλάσσιο ) – κύτος ( πλοίου , αμπάρι )
κλίνει-κλείνει-κλίνη
κλήση-κλίση-κλείσει
κλήμα – κλίμα
κόλλημα – κώλυμα
κόμη ( μαλλιά ) – κώμη ( κωμόπολη )
κόμμα ( πολιτικό, σημείο στίξης ) – κώμα
κρήνη – κρίνοι – κρίνει
Κρητικὸς – κριτικὸς
κινώ – κοινό
λήμμα ( λέξη ) – λύμα ( απόβλητο ) – λίμα ( < λιμάρω )
λιμός ( πείνα ) – λοιμός ( ασθένεια)
λήθη – λίθοι
λίπη ( τα ) – λύπη ( η ) – λείπει ( ρήμα )
λίρα ( νόμισμα ) λύρα ( μουσικό όργανο )
λιτός – λυτός ( < λύνω )
μέλι-μέλη-μέλλει-μέλει ( ενδιαφέρει )
(τα) μέρη (τοποθεσίες) – Μαίρη (όνομα)
Μήλος ( το νησί ) – μύλος ( ο )
μήτρα ( γυναίκας ) – μίτρα ( δεσποτική )
μοιχός ( άπιστος σύζυγος ) – μυχός ( κόλπου )
μηλιά – μιλιά ( < μιλώ )
νίκη – νοίκι
νότα – νώτα ( τα )
ξηρός – ξυρός ( το ξυράφι ) βλ. επί ξυρού ακμής
όμως (σύνδεσμος) – (ο) ώμος (σώμα)
όρος ( βουνό) – όρος ( συμφωνία )
οι πότες – ιππότες
πάλι, πάλη, πάλλει
πήρα (παίρνω) – πείρα (γνώσεις που έχει αποκτήσει κάποιος από μια δραστηριότητα που ασκεί)
πύθων, πείθων
Πολύ, πολλοί, πολλή, πωλεί
πιάνο – πιάνω ( ρήμα )
πείρα – πήρα ( παίρνω )
ποιά (αντων .) – πιά ( επίρρ. )
(ο) πόρος (του δέρματος) – Πόρος (νησί)
(ο) πύργος (κτίριο) – Πύργος (πόλη)
παράλειψη ( < παραλέιπω) – παράληψη ( < παραλαμβάνω )
ρήμα ( το ) – ρίμα ( η )
σατυρικός ( που ταιριάζει σε Σάτυρο ) – σατιρικός ( <σατιρίζω )
σήκω – σύκο
σκηνή -σκοινί
σορός ( η ) – σωρός ( ο )
στίχος ( ποιήματος) – στοίχος (σειρά , αράδα)
(η) στήλη (μνημείο) – (οι) στύλοι (στηρίγματα)
ταινία (κινηματογραφικό έργο) – ταινία (παράσιτο που ζει στα έντερα των θηλαστικών) – ταινία (μακρόστενη λωρίδα από χαρτί, πλαστικό ή άλλο υλικό/κορδέλα)
τείχος ( το ) – τοίχος ( ο )
τόπι ( το ) – τόποι ( οι )
τόνος ( ψάρι ) – τόνος ( οξεία ) – τόνος ( 1000 κιλά )
τύχη – τοίχοι – τείχη – τύχει ( ρήμα )
τυρί – τηρεί ( τηρώ )
φύλλο ( δέντρου ) – φύλο – φίλο
φυτό – φοιτώ
φυλὴ – φιλὶ
χήρος – χοίρος
χορικός ( < χορός ) – χωρικός ( < χωριό )
χοίρων, χήρων, χείρον, χείρων, Χείρων (ο κένταυρος, όνομα)
ψηλός (ύψος) – ψιλός (λεπτός)
ωράριο-οράριο (λειτουργικό άμφιο του διακόνου)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *