Πηγαίνω / πάω – Χρόνοι / Tenses / Examples

ρήματα, verbs

Πηγαίνω / πάω – Χρόνοι / Tenses

Οριστική – Indicative

πηγαίνω
πάω
πήγαιναπήγαέχω πάειείχα πάει
θα πηγαίνωθα πάωθα έχω πάει
πηγαίνω
πάω
πήγαέχω πάει
go went have gone

Υποτακτική – Subjunctive

να πηγαίνωνα πάωνα έχω πάει
Present
Εξακολουθητική
Past
Συνοπτική
Perfect
Συντελεσμένη

Άκλιτη Μετοχή – Present Participle

πηγαίνοντας
going
πηγαίνω, πηγαίνεις, πηγαίνει, πηγαίνουμε, πηγαίνετε, πηγαίνουν(ε)
πάω, πας, πάει, πάμε, πάτε, πάνε
πήγαινα, πήγαινες, πήγαινε, πηγαίναμε, πηγαίνατε, πήγαιναν(πηγαίνανε)
πήγα, πήγες, πήγε, πήγαμε, πήγατε, πήγαν
θα πηγαίνω > θα + ενεστώτας πηγαίνω
θα πάω > θα + ενεστώτας πάω
έχω πάει, έχεις πάει, έχει πάει, έχουμε πάει, έχετε πάει, έχουν πάει
είχα πάει, είχες πάει, είχε πάει, είχαμε πάει, είχατε πάει, είχαν πάει
θα έχω πάει, θα έχεις πάει, θα έχει πάει, θα έχουμε πάει, θα έχετε πάει, θα έχουν πάει
Κάθε μέρα πηγαίνω στη δουλειά.
Πηγαίνω καλοκαιρινές διακοπές κάθε χρόνο.
I go to work every day.
I go to summer vacation every year.
Καλύτερα να πηγαίνεις. You’d better go.
Πώς τα πας;How are you getting on?
Το τρένο πήγαινε με τη μέγιστη ταχύτητα.The train was going at top speed.
Θα με πας στον σταθμό λεωφορείων;Will you take me to the bus station?
Αυτό το φόρεμα σου πάει / πηγαίνει πολύ. That dress really suits you.
Τα παπούτσια πηγαίνουν με τη ζώνη. The shoes match the belt.
Πηγαίνω για μπάνιο. > Πηγαίνω να κάνω μπάνιο.
Πηγαίνω για κολύμπι (στη θάλασσα).
Go and have a shower.
Go for a swim.
Πηγαίνω για ύπνο. > Πηγαίνω στο δωμάτιο για να κοιμηθώ.I’m going to turn in.
Πηγαίνω για ποτό.
Πάμε για ποτό;
Go for a drink.
Shall we go for a drink?
Πηγαίνω στην αγορά (για ψώνια).Go shopping.
Πηγαίνω για φαγητό.
Πάμε για φαγητό;
Go out for lunch.
Shall we go out for lunch?
Το φόρεμα σου πηγαίνει πολύ.The dress suits you very well.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *