Διάλογος στα Ελληνικά
– Τι κάνεις;
– Είμαι σε διακοπές. Γυρίσαμε από την Κύπρο χτες. Ήμασταν στην Κύπρο για εννέα μέρες.
– Πού έμεινες;
– Μείναμε σε ένα διαμέρισμα κοντά στη θάλασσα.
– Κολύμπησες;
– Κολύμπησα πολύ. Δεν έκανα πολλή ηλιοθεραπεία και δεν έμεινα πολύ στον ήλιο. Έπαιξα στην παραλία με τον αδερφό μου.
– Από φαγητά; Τι έφαγες;
– Υπήρχαν μερικά εστιατόρια κοντά στο διαμέρισμα και τρώγαμε εκεί. Κυρίως σουβλάκι, χωριάτικη σαλάτα, πατάτες τηγανιτές και πολλές γλυκές βάφλες.
Dialogue in English
– How are you?
– I am on vacation.We came back from Cyprus yesterday. We were in Cyprus for nine days.
– Where did you stay?
– We stayed in an apartment near the sea.
– Did you swim?
– I swam a lot. I didn’t sunbathe much and I didn’t stay in the sun for long. I played on the beach with my brother.
– What about food? What did you eat?
– There were some restaurants near the apartment and we ate there. Mostly souvlaki, Greek salad, fried potatoes, and lots of sweet waffles.
κάνεις, you do, you are doing
(Ι do, make) κάνω, κάνεις, κάνει,
κάνουμε, κάνετε, κάνουν(ε)
είμαι, I am
(I am) είμαι, είσαι, είναι
είμαστε, είστε, είναι
γυρίσαμε, we came back, turn
(I come back, turn) γυρίζω, γυρίζεις, γυρίζει
γυρίζουμε, γυρίζετε, γυρίζουν(ε)
ήμασταν (we were)
(Ι was) ήμουν, ήσουν, ήταν
ήμασταν, ήσασταν, ήταν
(I am) είμαι, ήμουν (I was)
έμεινες (you stayed)
(I stayed) έμεινα, έμεινες, έμεινε
μείναμε, μείνατε, έμειναν (μείνανε)
(I stay), μένω, μένεις, μένει
μένουμε, μένετε, μένουν(ε)
κολύμπησες (you swam)
κολύμπησα, κολύμπησες, κολύμπησε
κολυμπήσαμε, κολυμπήσατε, κολύμπησαν (κολυμπήσανε)
(I swim) κολυμπάω,-ώ, κολυμπάς, κολυμπάει
κολυμπάμε, κολυμπάτε, κολυμπάν(ε)
έκανα I did, I make
έκανα, έκανες, έκανε
κάναμε, κάνατε, έκαναν (κάνανε)
| κά-νω | έ-κα-να |
| κάνω | έκανα |
| κάνεις | έκανες |
| κάνει | έκανε |
| κάνουμε | κάναμε |
| κάνετε | κάνατε |
| κάνουν(ε) | έκαναν (κάνανε) |
έμεινα (I stayed)
έμεινα, έμεινες, έμεινε
μείναμε, μείνατε, έμειναν (μείνανε)
έπαιξα (I played)
έπαιξα, έπαιξες, έπαιξε
παίξαμε, παίξατε, έπαιξαν (παίξανε)
έφαγες (you ate)
(I ate) έφαγα, έφαγες, έφαγε
φάγαμε, φάγατε, έφαγαν (φάγανε)
(I eat) τρώω, τρως, τρώει
τρώμε, τρώτε, τρώνε
υπήρχε there was
υπήρχαν there were
