Είμαι κουρασμένος, -η, -ο – I am tired (male, female, neuter)

μετοχές

Είμαι κουρασμένος, -η, -ο – I am tired (male, female, neuter)

masculinefeminineneuter
 man
άντρας
woman
γυναίκα
child
παιδί

I
Εγώ
είμαι κουρασμένος
am tired
κουρασμένη
am tired
κουρασμένο
am tired

You
Εσύ
είσαι κουρασμένος
are tired
κουρασμένη
are tired
κουρασμένο
am tired

He, She, It
Αυτός, Αυτή, Αυτό
είναι κουρασμένος
is tired
κουρασμένη
is tired
κουρασμένο
is tired
men
άντρες
women
γυναίκες
children
παιδιά

We
Εμείς
είμαστε κουρασμένοι
are tired
κουρασμένες
are tired
κουρασμένα
are tired

You
Εσείς
είστε κουρασμένοι
are tired
κουρασμένες
are tired
κουρασμένα
are tired

They
Αυτοί, Αυτές, Αυτά
είναι κουρασμένοι
are tired
κουρασμένες
are tired
κουρασμένα
are tired

I am tired > Είμαι κουρασμένος (I am a man and I am tired), Είμαι κουρασμένη ( I am a woman and I am tired).

We are tired > Είμαστε κουρασμένοι (We are men and we are tired) , Είμαστε κουρασμένες (We are women and we are tired).

We are tired kids > Είμαστε κουρασμένα παιδιά.

ο άντρας > οι άντρες, man > men

η γυναίκα > οι γυναίκες, woman – women

το παιδί > τα παιδιά, child – children

(the) ο κουρασμένος άντρας, η κουρασμένη γυναίκα, το κουρασμένο παιδί

(a) ένας κουρασμένος άντρας, μία – μια κουρασμένη γυναίκα, ένα κουρασμένο παιδί

Since κουρασμένος, -η, -ο comes from κουράζομαι, being tired, from a verb, although it seems and adjective, with three Genders, Cases and Forms, grammatically it is a Past Participle. In Greek, it is called Μετοχή Παρακειμένου, Συντελεσμένη Μετοχή.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *