ΑΥ, αυ = αβ/αφ – ΕΥ, ευ = εβ/εφ

ΑΥ, αυ = αβ/αφ - ΕΥ, ευ = εβ/εφ

ΑΥ, αυ = αβ/αφ – ΕΥ, ευ = εβ/εφ

αυ (αβ) + α, γ, δ, λ, μ, ν, ρ, σμ, ω

αυ (αφ) + θ, κ, ξ, π, ς, στ, στρ, τ, χ

ευ (εβ) + α, ε, θ, ο, ω, γ, δ, η, λ, μ, ν, ρ

ευ (εφ) + θ, κ, ξ, π, σ, τ, φ, χ

If the αυ/ευ is stressed, the accent mark falls on υ.

ΑΥ, αυ = αβ/αφ
ΑΥ, αυ = αβ
ο Αύγουστος, Ávγustos – August
ο πύραυλος, píravlos – rocket
το θαύμα, thávma – miracle
η αυλή, avlí – yard
η αυλόπορτα, gate
το προαύλιο, ο αυλόγυρος, η αυλή, yard (courtyard, churchyard)
το αυλάκι, ditch
ο δίαυλος (bus, channel, waterway)
ο κεραυνός, keravnós – thunder
τα ναύλα, fare (το αντίτιμο, το κόμιστρο, το χρηματικό ποσό, το εισιτήριο)
αύριο, ávrio – tomorrow
μεθαύριο, methavrio – day after tomorrow
ο χαυλιόδοντας, tusk
μεθαύριο, methávrio – the day after tomorrow
ο μαύρος, η μαύρη, το μαύρο, mávros – black
μαυρίζω, mavrizo
ο ταύρος, távros – bull
παύω, pávo – to pause
αναπαύομαι, anapávomai – to rest
το αυγό (αβγό), avγó – egg
ο διαυγής, η διαυγής, το διαυγές, diavgis – clear
η διαύγεια, diavgia – clarity
ο υδραυλικός, idravlikos -plumber
η αυλαία, avlea – the curtain
θησαυρός, thisavros – treasure
αυξάνω, afksáno – to increase
η αύξηση, áfksisi – the increase, raise
η αυξομείωση
αυθημερόν, afthimerón – on the same day
αυτός, αυτή, αυτό, aftós – this
το αυτοκίνητο, aftokínito – car
η Αυστραλία, Afstralía – Australia
η Αυστρία
ο αυστραλός, afstralós – Australian
η παύση, páfsi – the pause
το παυσίπονο
ο ταυτόχρονος, taftóhronos – simultaneous
το αυτί, aftí – ear
ο καυτός, η καυτή, το καυτό, kaftós – too hot
ο ναύτης, náftis – sailor
ο ναυτικός
το ναυτικό
η αυθάδεια
η αυθεντία
αυθόρμητος, αυθόρμητη, αυθόρμητη
αυθεντικός
η αυθαιρεσία
αυστηρός, αυστηρή, αυστηρό
η αυστηρότητα
το καύσιμο
η καύση
ο καυστήρας
το καυσαέριο
ο καύσωνας
ο καυτός, η καυτή, το καυτό, kaftos – very hot
ταυτίζω
η ταύτιση
ο αυχένας
καυχιέμαι
το καύχημα
αυτο+
το αυτοκίνητο, aftokínito – car
η αυτοάμυνα, aftoámina – self defence
το αυτοάνοσο, aftoánoso –
ο αυτονόητος, η αυτονόητη, το αυτονόητο
η αυτοδιάθεση, aftodiáthesi –
ο αυτόματος, η αυτόματη, το αυτόματο
ο αυταρχικός, η αυταρχική, το αυταρχικό
η αυταπάτη, aftapáti –
η αυτοβιογραφία, aftoviografía – biography
ταυτο +
ο ταυτόχρονος, η ταυτόχρονη, το ταυτόχρονο, taftóhronos –
η ταυτότητα, taftótita – ID

have the same sound = aftí

αυτή, this fem.
αυτοί, these masc.
το αυτί, the ear

ΕΥ, ευ = εβ/εφ
ΕΥ, ευ = εβ
η Εύα, éva – Eva
το ευαγγέλιο – evagélio – Gospel
ο Ευαγγελισμός
ο ευάλωτος, η ευάλωτη, το ευάλωτο, eválotos – vulnerable
συσκευάζω, siskevázo – to pack
η ευγένεια, evγénia – politeness
το ζευγάρι, zevγári – the couple/pair
φεύγω, févγo – leave
το ψευδώνυμο, psevδónimo – nickname
η ψευδαίσθηση
το ψεύδος, psevdos – lie
ο ψευδής, η ψευδής, το ψευδές
το γεύμα, γévma – meal
γευματίζω
το πρόγευμα
το απόγευμα, apóγevma – afternoon
το αλεύρι, alévri – flour
το πνεύμα, pnévma – spirit
πνευματικός, πνευματική, πνευματικό, pnevmatikós – spiritual
η ευαισθησία, evesthisía – sensitivity
ο ευαίσθητος, η ευαίσθητη, το ευαίσθητο, evésthitos – sensitive
η ευαισθητοποίηση
ευάερος
η ευδιαθεσία
ο ευδιάθετος, η ευδιάθετη, το ευδιάθετο
η συσκευή
συσκευάζω
η Παρασκευή, paraskevi – Friday
η ευλάβεια
ευλαβικός, ευλαβική, ευλαβικό
η ευλογία
ο ευλύγιστος, η ευλύγιστη, το ευλύγιστο
η ευλυγισία
δεσμεύω
ζηλεύω
τα πνευμόνια, pnevmónia – the lungs
η πνευμονία, pnevmonía – pneumonia
το ρεύμα, révma – electricity/trend
η έρευνα, érevna – research
ερευνώ, erevnó – to research
ερευνητικός, ερευνητική, ερευνητικό
η πρωτεύουσα, protévusa – capital cit
η πλευρά, plevrá – side
ο ευρωπαϊκός, η ευρωπαϊκή, το ευρωπαϊκό
(adjective) evropaikós – European
η Ευρώπη, Evrópi – Europe
ο ευρωπαίος, η ευρωπαία, (man-woman) evropéos – European
ευρωπαϊκός, ευρωπαϊκή, ευρωπαϊκό (adjective) – european
ευγένεια, evgenia – politeness
η ευδαιμονία
η Ευδοκία
ευέλικτος, ευέλικτη, ευέλικτο
ευέξαπτος, ευέξαπτη, ευέξαπτο
ευεργετώ
ο ευεργέτης
το σκεύος
η πλευρά, plevra – side
η γεύση
ο δεσμευτικός, η δεσμευτική, το δεσμευτικό
ο ζηλευτός, η ζηλευτή, το ζηλευτό
all the verbs that end in -εύω π.χ = for example
παλεύω, palévo – to fight
κλέβω* steal
ΕΥ, ευ = εφ 1
η ευθεία, efthía – straight line
ευθυγραμμίζω
ευθύγραμμος, ευθύγραμμη, ευθύγραμμο
ο εύθραυστος, η εύθραυστη, το εύθραυστο, éfthrafstos – fragile
η ευθύνη, efthíni – responsibility
ο υπεύθυνος, η υπεύθυνη, το υπεύθυνο, ipéfthinos – responsible
ο ανεύθυνος, η ανεύθυνη, το ανεύθυνο
η ελευθερία, elefthería – freedom
ελευθερώνω, eleftheróno – to release, free
διευθύνω, δiefthíno – to direct, manage
ο διευθυντής, δiefthintís – manager masc.
η διευθύντρια, δiefthíntria – manager fem.
η ευκαιρία, efkería – chance/opportunity
ο ευχάριστος, η ευχάριστη, το ευχάριστο, efharistos – pleasant
φεύγω
ξεφεύγω
φευγάτος, φευγάτη, φευγάτο
ο ευπαριουσίαστος, η ευπαρουσίαστη, το ευπαρουσίαστο
ο εύστροφος, η εύστροφη, το εύστροφο
η ευσέβεια
ο ευσεβής
ο τελευταίος, η τελευταία, το τελευταίο, teleftéos – last
ο, η ευφυής
ΕΥ, ευ = εφ 2
το πεύκο, péfko – pine tree
η Λευκάδα, Lefkáδa – Lefkada (the island)
ο λευκός, η λευκή, το λευκό
ο ευκάλυπτος
ο ευκίνητος, η ευκίνητη, το ευκίνητο
ο Εύξεινος Πόντος, éfksinos póntos, Black Sea
ο ευπρόσδεκτος, η ευπρόσδεκτη, το ευπρόσδεκτο
efprósδektos – well received/welcomed
η συνέλευση, sinélefsi – meeting/congress
η γεύση, γéfsi – taste
ευχαριστώ, efharistó – to thank
ευχαριστιέμαι, efharistieme – be pleased, enjoy
η ευχή, efhí – the wish
η προσευχή, prosefhí – pray
προσεύχομαι
η ευκολία
ευκολύνω
ο εύκολος, η εύκολη, το εύκολο
ο γευστικός, η γευστική, το γευστικό
η συνέλευση
η ύδρευση
δεσμεύω
η δέσμευση
νοθεύω
η νόθευση
βραβεύω
η βράβευση
εκμεταλλεύομαι
η εκμετάλλευση
η Δευτέρα
η λευχαιμία
the derivatives from the verbs that end in -εύω
for example
παύω pavo η παύση pafsi to pause – the pause
αυ=αβ,αφ
ευ=εβ,εφ
τοαλεύριεβ
τορεύμαεβ
ηέρευναεβ
τοαυτίαφ
ηαύξησηαφ
ηδιευθύντριαεφ
ηΕυρώπηεβ
οναύτηςαφ
ηπρωτεύουσαεβ
ταπνευμόνιαεβ
ηπνευμονίαεβ
οδιευθυντήςεφ
τοπνεύμαεφ
ηευθείαεφ
ηευκαιρίαεφ
ηΑυστραλίααβ
τοαυτοκίνητοαφ
οκεραυνόςαβ
τοευαγγέλιοεβ
οΑύγουστοςαβ
ηΠαρασκευήεβ
ηευγένειαεβ
τοζευγάριεβ
τοψευδώνυμοεβ
τοαπόγευμαεβ
ηαυλήαβ
ηαυλόπορτααβ
οαυλόςαβ
οδίαυλοςαβ
οπύραυλοςαβ
ουδραυλικόςαβ
ταναύλααβ
ηαυλαίααβ
ηευθύνηεφ
ηελευθερίαεφ
τοθαύμααβ
οταύροςαβ
τοαυγόαβ
ευχαριστώεφ
ευχαριστιέμαιεφ
ευχάριστος, ευχάριστη, ευχάριστοεφ
διαυγής, διαυγής, διαυγέςαβ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *