Επίθετα, adjectives

An adjective is a word that describes a noun or pronoun. It gives more information about the noun that goes with it.
Often, the adjective is before the noun it describes.
It has three genders: αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο – masc., fem., neut.
άρθρο + επίθετο + ουσιαστικό σε ίδιο γένος, αριθμό και πτώση
article + adjective + noun at the same gender, number and case
number : singular – plural
cases : nominative (who? subject), genitive (whose possession), accusative, (object), vocative (addressing a person, a thing)
endings
καταλήξεις

επίθετα

adjectives
1.-ος,-η,-οκαλός, καλή, καλόgood
2.-ος,-α,-οωραίος, ωραία, ωραίοnice
3.ός,-ή/-ιά,-όκακός, κακή/κακιά, κακόbad
4.-ός, -ιά,-όγλυκός, γλυκιά, γλυκόsweet
5.-υς,-ιά,-ίπλατύς, πλατιά, πλατύwide
6.-ής,-ιά,-ίπορτοκαλής, πορτοκαλιά, πορτοκαλίorange
7.-ης,-α,-ικοτεμπέλης, τεμπέλα, τεμπέλικοlazy
8.-άς/-ης,-ου,-άδικο/-ούδικο/-ήδικουπναράς, υπναρού, υπναράδικοsleepyhead
9.-ων,-ουσα,-ονενδιαφέρων, ενδιαφέρουσα, ενδιαφέρονinteresting
10.-υς,-εία,-ύευθύς, ευθεία, ευθύstraight
11. -ης,-ης,-εςεπιμελής, επιμελής, επιμελέςdiligent
12. -ων/-ονας,-ονευγνώμων, ευγνώμων, ευγνώμονgrateful
13.πολύς, πολλή, πολύmuch, many


1ο επίθετο

-ος,-η,-ο καλός (good), άρρωστος (ill), ελεύθερος (free), άσχημος (ugly), πράσινος (green), έξυπνος (clever), φρόνιμος, άνετος (comfortable, casual, cool), ήρεμος (calm), ήμερος (tame), επικίνδυνος (dangerous), χειμωνιάτικος (of winter)καλήκαλό
article
άρθρο
adjective
επίθετο
noun
ουσιαστικό
good
ο
καλός
(masc., singular)
άνθρωπος
o άνθρωπος με καλοσύνη
a good man
οι καλοί
(masc., plural)
άνθρωποι
η καλή
(fem., singular)
συνήθειαη υγιεινή συνήθεια
a good habit
οι καλές
(fem., plural)
συνήθειες
το καλό
(neut., singular)
νέο
τα καλά
(neut., plural)
νέατα ευχάριστα νέα
good news

2ο επίθετο

endingsmasculinefeminineneuter
-ος,-α,-ο ωραίος (nice, beautiful), άγριος (wild), όρθιος (standing), γαλάζιος (light blue), αιώνιος (eternal), ασημένιος (silver), όμοιος (same)ωραίαωραίο

3ο επίθετο

endingsmasculinefeminineneuter
-ός,-ή/-ιά,-ό κακός (bad), φτωχός (poor), ξανθός (blond), μαλακός (soft), θηλυκός (feminine, female), ευγενικός (gentle)κακή/κακιάκακό
bad
οκακόςάνθρωποςάνθρωπος με κακία
a bad person
οι κακοίάνθρωποι
η κακιά/κακήσυνήθειαη άσχημη συνήθεια
a bad habit
οι κακιέςσυνήθειες
το κακόνέο
τα κακάνέατα δυσάρεστα νέα
bad news

4ο επίθετο

endingsmasculinefeminineneuter
-ος,-ια,-ιο γλυκός (sweet), μέτριος (middle), νηστικός (hungry, starved)γλυκιάγλυκό
ευγενικιά>ευγενικές (without -ι)

5ο επίθετο

endings masculinefeminineneuter
-ύς,-ιά,-ύπλατύς (wide), βαθύς (deep), μακρύς (long), παχύς (fat = χοντρός), ελαφρύς (light)πλατιάπλατύ

6ο επίθετο

-ής,-ιά,-ί πορτοκαλής (orange), θαλασσής (cerulean=sky blue), βυσσινής (cherry red), χρυσαφής (gold), καφετής (brown) {colours}πορτοκαλιάπορτοκαλί

7ο επίθετο

-ης,-α,-ικο τεμπέλης (lazy), γκρινιάρης, ζηλιάρης (jealous), πεισματάρης (stubborn), φοβητσιάρης (coward = δειλός), κοντούλης (shortish), φτωχούλης (little poor), κουτσομπόλης (gossip-boy)τεμπέλατεμπέλικο

8ο επίθετο

-άς/-ής,-ού,-άδικο/-ούδικο/-ήδικο
υπναράς (sleepyhead)
φωνακλάς
(loudmouthed)
παραμυθάς
(storyteller)
μερακλής
(fun lover)
καβγατζής
(troublemaker)
υπναρού

φωνακλού

παραμυθού

μερακλού

καβγατζού
υπναράδικο

φωνακλάδικο

παραμυθάδικο

μερακλήδικο

καβγατζήδικο

9ο επίθετο

-ων,-ουσα,-ον ενδιαφέρων (interesting), πρωτεύων (primary), δευτερεύων (secondary, subordinate), υπάρχων (existing), επείγων (urgent) ενδιαφέρουσαενδιαφέρον

10ο επίθετο

-ύς,-εία,-ύ ευθύς (straight), βραχύς (short in duration), ευρύς (wide), οξύς (acute), ταχύς (quick), δριμύς (severe), θρασύς (impudent)ευθείαευθύ

11ο επίθετο

-ής,-ές επιμελής (diligent), διεθνής, ακριβής, ευγενής, δημοφιλής, επιεικής, ασθενής,επιμελήςεπιμελές

12ο επίθετο

-ων/-ονας, -ων,-ονευγνώμων (grateful), αγνώμων (ungrateful)ευγνώμωνευγνώμον

DECLENSION / ΚΛΙΣΗ

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
καλόςΠληθυντικός
Αριθμός
good
masc.
Ονομαστική
Nominative
οκαλόςοικαλοί
Γενική
Genitive
τουκαλούτωνκαλών
Αιτιατική
Accusative
τονκαλότουςκαλούς
Κλητική
Vocative
καλέκαλοί
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
καλήΠληθυντικός
Αριθμός
good
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηκαλήοικαλές
Γενική
Genitive
τηςκαλήςτωνκαλών
Αιτιατική
Accusative
τηνκαλήτιςκαλές
Κλητική
Vocative
καλήκαλές
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
καλόΠληθυντικός
Αριθμός
good
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοκαλότακαλά
Γενική
Genitive
τουκαλούτωνκαλών
Αιτιατική
Accusative
τοκαλότακαλά
Κλητική
Vocative
καλόκαλά

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
ωραίοςΠληθυντικός
Αριθμός
nice
masc.
Ονομαστική
Nominative
οωραίοςοιωραίοι
Γενική
Genitive
τουωραίουτωνωραίων
Αιτιατική
Accusative
τονωραίοτουςωραίους
Κλητική
Vocative
ωραίεωραίοι
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
ωραίαΠληθυντικός
Αριθμός
nice
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηωραίαοιωραίες
Γενική
Genitive
τηςωραίαςτωνωραίων
Αιτιατική
Accusative
τηνωραίατιςωραίες
Κλητική
Vocative
ωραίαωραίες
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
ωραίοΠληθυντικός
Αριθμός
nice
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοωραίοταωραία
Γενική
Genitive
τουωραίουτωνωραίων
Αιτιατική
Accusative
τοωραίοταωραία
Κλητική
Vocative
ωραίοωραία

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
κακόςΠληθυντικός
Αριθμός
bad
masc.
Ονομαστική
Nominative
οκακόςοικακοί
Γενική
Genitive
τουκακούτωνκακών
Αιτιατική
Accusative
τονκακότουςκακούς
Κλητική
Vocative
κακέκακοί
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
κακή/κακιάΠληθυντικός
Αριθμός
bad
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηκακή/κακιάοικακές/κακιές
Γενική
Genitive
τηςκακής/κακιάςτωνκακών/κακιών
Αιτιατική
Accusative
τηνκακή/κακιάτιςκακές
Κλητική
Vocative
κακή/κακιάκακές
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
κακόΠληθυντικός
Αριθμός
bad
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοκακότακακά
Γενική
Genitive
τουκακούτωνκακών
Αιτιατική
Accusative
τοκακότακακά
Κλητική
Vocative
κακόκακά

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
γλυκόςΠληθυντικός
Αριθμός
sweet
masc.
Ονομαστική
Nominative
ογλυκόςοιγλυκοί
Γενική
Genitive
τουγλυκούτωνγλυκών
Αιτιατική
Accusative
τονγλυκότουςγλυκούς
Κλητική
Vocative
γλυκέγλυκοί
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
γλυκιάΠληθυντικός
Αριθμός
sweet
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηγλυκιάοιγλυκιές
Γενική
Genitive
τηςγλυκιάςτωνγλυκών
Αιτιατική
Accusative
τηγλυκιάτιςγλυκιές
Κλητική
Vocative
γλυκιάγλυκιές
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
γλυκόΠληθυντικός
Αριθμός
sweet
neuter
Ονομαστική
Nominative
τογλυκόταγλυκά
Γενική
Genitive
τουγλυκούτωνγλυκών
Αιτιατική
Accusative
τογλυκόταγλυκά
Κλητική
Vocative
γλυκόγλυκά

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
πλατύςΠληθυντικός
Αριθμός
wide
masc.
Ονομαστική
Nominative
οπλατύςοιπλατιοί
Γενική
Genitive
τουπλατιούτωνπλατιών
Αιτιατική
Accusative
τονπλατύτουςπλατιούς
Κλητική
Vocative
πλατύπλατιοί
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
πλατιάΠληθυντικός
Αριθμός
wide
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηπλατιάοιπλατιές
Γενική
Genitive
τηςπλατιάςτωνπλατιών
Αιτιατική
Accusative
τηνπλατιάτιςπλατιές
Κλητική
Vocative
πλατιάπλατιές
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
πλατύΠληθυντικός
Αριθμός
wide
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοπλατύταπλατιά
Γενική
Genitive
τουπλατιούτωνπλατιών
Αιτιατική
Accusative
τοπλατύταπλατιά
Κλητική
Vocative
πλατύπλατιά

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
πορτοκαλήςΠληθυντικός
Αριθμός
orange
masc.
Ονομαστική
Nominative
οπορτοκαλήςοιπορτοκαλιοί
Γενική
Genitive
τουπορτοκαλήτωνπορτοκαλιών
Αιτιατική
Accusative
τονπορτοκαλήτουςπορτοκαλιούς
Κλητική
Vocative
πορτοκαλήπορτοκαλιοί
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
πορτοκαλιάΠληθυντικός
Αριθμός
orange
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηπορτοκαλιάοιπορτοκαλιές
Γενική
Genitive
τηςπορτοκαλιάςτωνπορτοκαλιών
Αιτιατική
Accusative
τηνπορτοκαλιάτιςπορτοκαλιές
Κλητική
Vocative
πορτοκαλιάπορτοκαλιές
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
πορτοκαλίΠληθυντικός
Αριθμός
orange
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοπορτοκαλίταπορτοκαλιά
Γενική
Genitive
του(πορτοκαλιού)τωνπορτοκαλιών
Αιτιατική
Accusative
τοπορτοκαλιταπορτοκαλιά
Κλητική
Vocative
πορτοκαλίπορτοκαλιά
αυτός που έχει πορτοκαλί χρώμα
the one that has orange colour

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
lazyΠληθυντικός
Αριθμός
lazy
masc.
Ονομαστική
Nominative
οτεμπέληςοιτεμπέληδες
Γενική
Genitive
τουτεμπέλητωντεμπέληδων
Αιτιατική
Accusative
τοντεμπέλητουςτεμπέληδες
Κλητική
Vocative
τεμπέλητεμπέληδες
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
lazyΠληθυντικός
Αριθμός
lazy
fem.
Ονομαστική
Nominative
ητεμπέλαοιτεμπέλες
Γενική
Genitive
τηςτεμπέλαςτων
Αιτιατική
Accusative
τηντεμπέλατιςτεμπέλες
Κλητική
Vocative
τεμπέλατεμπέλες
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
lazyΠληθυντικός
Αριθμός
lazy
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοτεμπέλικοτατεμπέλικα
Γενική
Genitive
τουτεμπέλικουτωντεμπέλικων
Αιτιατική
Accusative
τοτεμπέλικοτατεμπέλικα
Κλητική
Vocative
τεμπέλικοτεμπέλικα

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
sleepyheadΠληθυντικός
Αριθμός
sleepyhead
masc.
Ονομαστική
Nominative
ουπναράςοιυπναράδες
Γενική
Genitive
τουυπναράτωνυπναράδων
Αιτιατική
Accusative
τονυπναράτουςυπναράδες
Κλητική
Vocative
υπναράυπναράδες
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
sleepyheadΠληθυντικός
Αριθμός
sleepyhead
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηυπναρούοιυπναρούδες
Γενική
Genitive
τηςυπναρούςτωνυπναρούδων
Αιτιατική
Accusative
τηνυπναρούτιςυπναρούδες
Κλητική
Vocative
υπναρούυπναρούδες
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
sleepyheadΠληθυντικός
Αριθμός
sleepyhead
neuter
Ονομαστική
Nominative
τουπναράδικοταυπναράδικα
Γενική
Genitive
τουυπναράδικουτωνυπναράδικων
Αιτιατική
Accusative
τουπναράδικοταυπναράδικα
Κλητική
Vocative
υπναράδικουπναράδικα

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
interestingΠληθυντικός
Αριθμός
interesting
masc.
Ονομαστική
Nominative
οενδιαφέρωνοιενδιαφέροντες
Γενική
Genitive
τουενδιαφέροντοςτωνενδιαφερόντων
Αιτιατική
Accusative
τονενδιαφέροντατουςενδιαφέροντες
Κλητική
Vocative
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
interestingΠληθυντικός
Αριθμός
interesting
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηενδιαφέρουσαοιενδιαφέρουσες
Γενική
Genitive
τηςενδιαφέρουσαςτωνενδιαφερουσών
Αιτιατική
Accusative
τηνενδιαφέρουσατιςενδιαφέρουσες
Κλητική
Vocative
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
interestingΠληθυντικός
Αριθμός
interesting
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοενδιαφέρονταενδιαφέροντα
Γενική
Genitive
τουενδιαφέροντοςτωνενδιαφερόντων
Αιτιατική
Accusative
τοενδιαφέρονταενδιαφέροντα
Κλητική
Vocative

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
straightΠληθυντικός
Αριθμός
straight
masc.
Ονομαστική
Nominative
οευθύςοιευθείς
Γενική
Genitive
τουευθέοςτωνευθέων
Αιτιατική
Accusative
τονευθύτουςευθείς
Κλητική
Vocative
ευθύευθείς
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
straightΠληθυντικός
Αριθμός
straight
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηευθείαοιευθείες
Γενική
Genitive
τηςευθείαςτωνευθειών
Αιτιατική
Accusative
τηνευθείατιςευθείες
Κλητική
Vocative
ευθείαευθείες
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
straightΠληθυντικός
Αριθμός
straight
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοευθύταευθέα
Γενική
Genitive
τουευθέοςτωνευθέων
Αιτιατική
Accusative
τοευθύταευθέα
Κλητική
Vocative
ευθύευθέα

η αμβλεία γωνίαobtuse angleη ταχείαexpress train
η οξεία γωνίαacute angleη οξεία πνευμονίαacute pneumonia
η ευθεία γραμμήstraight lineτα βραχέα κύματαbroadcast
shortwave
το προϊόν ευρείας κατανάλωσηςmass-consumption productο αμβλύς
ο οξύς
ο βραχύς
ο ευθύς
ο ταχύς
ο ευρύς

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
diligentΠληθυντικός
Αριθμός
diligent
masc.
Ονομαστική
Nominative
οεπιμελήςοιεπιμελείς
Γενική
Genitive
τουεπιμελούςτωνεπιμελών
Αιτιατική
Accusative
τονεπιμελήτουςεπιμελείς
Κλητική
Vocative
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
diligentΠληθυντικός
Αριθμός
diligent
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηεπιμελήςοιεπιμελείς
Γενική
Genitive
τηςεπιμελούςτωνεπιμελών
Αιτιατική
Accusative
τηνεπιμελήτιςεπιμελείς
Κλητική
Vocative
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
diligentΠληθυντικός
Αριθμός
diligent
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοεπιμελέςταεπιμελή
Γενική
Genitive
τουεπιμελούςτωνεπιμελών
Αιτιατική
Accusative
τοεπιμελέςταεπιμελή
Κλητική
Vocative

Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
gratefulΠληθυντικός
Αριθμός
grateful
masc.
Ονομαστική
Nominative
οευγνώμων/-οναςοιευγνώμονες
Γενική
Genitive
τουευγνώμονος/-ονατωνευγνωμόνων
Αιτιατική
Accusative
τονευγνώμονατουςευγνόμωνες
Κλητική
Vocative
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
gratefulΠληθυντικός
Αριθμός
grateful
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηευγνώμωνοιευγνώμονες
Γενική
Genitive
τηςευγνώμονοςτωνευγνωμόνων
Αιτιατική
Accusative
τηνευγνώμονατιςευγνώμονες
Κλητική
Vocative
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
gratefulΠληθυντικός
Αριθμός
grateful
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοευγνώμονταευγνώμονα
Γενική
Genitive
τουευγνώμονοςτωνευγνωμόνων
Αιτιατική
Accusative
τοευγνώμονταευγνώμονα
Κλητική
Vocative

Πτώσεις
cases
Ενικός
Αριθμός
muchΠληθυντικός
Αριθμός
many
masc.
Ονομαστική
Nominative
οπολύςοιπολλοί
Γενική
Genitive
τουπολύτωνπολλών
Αιτιατική
Accusative
τονπολύτουςπολλούς
Κλητική
Vocative
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
muchΠληθυντικός
Αριθμός
many
fem.
Ονομαστική
Nominative
ηπολλήοιπολλοί
Γενική
Genitive
τηςπολλήςτωνπολλών
Αιτιατική
Accusative
τηνπολλήτιςπολλές
Κλητική
Vocative
Πτώσεις
Cases
Ενικός
Αριθμός
muchΠληθυντικός
Αριθμός
many
neuter
Ονομαστική
Nominative
τοπολύταπολλά
Γενική
Genitive
τουπολλούτωνπολλών
Αιτιατική
Accusative
τοπολύταπολλά
Κλητική
Vocative



masculine
αρσενικό
ο

feminine
θηλυκό
η
neuter
ουδέτερο
το
επίθετα
adjectives
όμορφοςόμορφηόμορφοbeautiful
πρωινόςπρωινήπρωινόoccuring in the morning
σημαντικόςσημαντικήσημαντικόimportant
φωτεινόςφωτεινήφωτεινόbright
πολύχρωμοςπολύχρωμηπολύχρωμοcolourful
νόστιμοςνόστιμηνόστιμοtasty
ώριμοςώριμηώριμοmature
σκοτεινόςσκοτεινήσκοτεινόdark
άγουροςάγουρηάγουροunripe
μονόχρωμοςμονόχρωμημονόχρωμοplain
ασήμαντοςασήμαντηασήμαντοunimportant
άσχημοςάσχημηάσχημοugly
βραδινόςβραδινήβραδινόduring the night
άνοστοςάνοστηάνοστοtasteless
match the opposites
1
2
3
4
5
6
7
όμορφος
πρωινός
σημαντικός
φωτεινός
πολύχρωμος
νόστιμος
ώριμος
a
b
c
d
e
f
g
σκοτεινός
άγουρος
μονόχρωμος
ασήμαντος
άσχημος
βραδινός
άνοστος
opposite=antonym=το αντίθετοthe answers 1e,2f,3d,4a,5c,6g,7b
Colours are adjectives since they describe the noun. For more details about colours click on the following button.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *