Μίσος(noun)μισός(adjective) μισώ(verb) μισό(adjective)

Online Hellenic Lessons

μίσος(noun) μισός(adjective)
μισώ(verb) μισό(adjective)

to hate
hate
half
same sound
different meaning
μισώ
το μίσος
μισός,-ή, -ό
μισώ/μισό
verb
noun
adjective
verb/adjective
ρήμα
ουσιαστικό
επίθετο
ρήμα/επίθετο
Ε.A
singular
Π.Α
plural
Ονομαστικήτομίσοςταμίση
Γενικήτουμίσουςτων
Αιτιατικήτομίσοςταμίση
Κλητικήμίσοςμίση
μίσος(noun) μισός(adjective)
μισώ(verb) μισό(adjective)
μισώ = to hate
μισώ, μισείς, μισεί, μισούμε, μισείτε, μισούν(ε)Type B2 Active Voice
Συζυγία 2 Ενεργητική Φωνή
μισώ, μισούσα, μίσησα, θα μισώ, θα μισήσω, έχω μισήσει, είχα μισήσει, θα έχω μισήσει, μισώντας (χρόνοι, Οριστική, tenses Indicative, Ενεργητική Μετοχή, Present Participle)

Ο μισός, η μισή, το μισό / half

Ενικός Αριθμός
Ονομαστική
Nominative
oμισόςη μισήτο μισό
Γενική
Genitive
τουμισούτηςμισήςτουμισού
Αιτιατική
Accusative
τονμισότημισήτο μισό
Κλητική
Vocative
μισέμισήμισό
Πληθυντικός
Αριθμός
Ονομαστική
Nominative
μισοίοι μισέςταμισά
Γενική
Genitive
τωνμισώντωνμισώντωνμισών
Αιτιατική
Accusative
τουςμισούςτιςμισέςταμισά
Κλητική
Vocative
μισοίμισέςμισά

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *