Η ταπετσαρία

word-groups

Η ταπετσαρία

η ταπετσαρία > οι ταπετσαρίες

η ταπετσαρία τοίχου

ο τοίχος > οι τοίχοι > wall

wallpaper: decorative paper for walls tapetsaria

η ταπετσαρία επίπλων

η ταπετσαρία αυτοκινήτου

το κάλυμμα > τα καλύμματα

το έπιπλο > τα έπιπλα > furniture

upholstery: furniture fabric

βάζω ταπετσαρία (put)

αλλάζω ταπετσαρία (change)

καλύπτω με ταπετσαρία (cover with)

διακοσμώ με ταπετσαρία (decorate)

ο ταπετσ(ι)έρης > οι ταπετσ(ι)έρηδες

upholsterer

Ενικός
Αριθμός
wallpaper
Ενικός
Αριθμός
Πληθυντικός
Αριθμός
Ονομαστική
Nominative
ηταπετσαρίαοιταπετσαρίες
Γενική
Genitive
τηςταπετσαρίαςτωνταπετσαριών
Αιτιατική
Accusative
τηνταπετσαρίατιςταπετσαρίες
Κλητική
Vocative
ταπετσαρίαταπετσαρίες
Πτώσεις
cases
upholsterer
Ενικός
Αριθμός
Singular
Πληθυντικός
Αριθμός
Plural
Ονομαστική
Nominative
οταπετσιέρηςοιταπετσιέρηδες
Γενική
Genitive
τουταπετσιέρητωνταπετσιέρηδων
Αιτιατική
Accusative
τονταπετσιέρητουςταπετσιέρηδες
Κλητική
Vocative
ταπετσιέρηταπετσιέρηδες
Πτώσεις
Cases
the cover
Ενικός
Αριθμός
Singular
Πληθυντικός
Αριθμός
Plural
Ονομαστική
Nominative
τοκάλυμματακαλύμματα
Γενική
Genitive
τουκαλύμματοςτωνκαλυμμάτων
Αιτιατική
Accusative
τοκάλυμματακαλύμματα
Κλητική
Vocative
κάλυμμακαλύμματα
Verbs Type A Active Voice
put: βάζω, έβαζα, έβαλα, θα βάζω, θα βάλω, έχω βάλει, είχα βάλει, θα έχω βάλει
βάζοντας
change: αλλάζω, άλλαζα, άλλαξα, θα αλλάζω, θα αλλάξω, έχω αλλάξει, είχα αλλάξει, θα έχω αλλάξει
αλλάζοντας
cover: καλύπτω, κάλυπτα, κάλυψα, θα καλύπτω, θα καλύψω, έχω καλύψει, είχα καλύψει, θα έχω καλύψει
καλύπτοντας
Verb Type B2 Active Voice
decorate: διακοσμώ, διακοσμούσα, διακόσμησα,θα διακοσμώ, θα διακοσμήσω, έχω διακοσμήσει, είχα διακοσμήσει, θα έχω διακοσμήσει
διακοσμώντας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *