Το εμβόλιο/vaccine

Το εμβόλιο, εμβολιάζομαι, vaccine, be vaccinated

εμβολιάζω
εμβολιάζομαι
κάνω το εμβόλιο
vaccinate
be vaccinated
make the vaccine
η σύριγγα
το εμβόλιο
ο εμβολιασμός
οι σύριγγες
τα εμβόλια
οι εμβολιασμοί
syringe
vaccine
vaccination


Ο γιατρός έκανε το εμβόλιο με μια βελόνα.The doctor injected the vaccine with a needle.
the vaccinationsοι εμβολιασμοί
Today started the vaccinations against Covid 19 of the elderly over 85 years in Greece.


vaccination singular/plural
Covid 19
very old person masc., fem., neut = adjective


very old person masc., fem. noun
year, years

the elderly
Σήμερα ξεκίνησαν οι εμβολιασμοί κατά του κορωνοϊού των ηλικιωμένων άνω των 85 ετών στην Ελλάδα.

ο εμβολιασμός – οι εμβολιασμοί
ο κορωνοϊός
ο ηλικιωμένος, η ηλικιωμένη, το ηλικιωμένο
οι ηλικιωμένοι, οι ηλικιωμένες, τα ηλικιωμένα
ο γέρος, η γριά

ο χρόνος, το έτος
οι χρόνοι, τα έτη
οι ηλικιωμένοι (άνθρωποι)
begin,startξεκινάω,-ώ=αρχίζω

ΟΡΙΣΤΙΚΗ-INDICATIVE

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
PRESENT
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
IMPERFECT
ΑΟΡΙΣΤΟΣ
SIMPLE PAST
εμβολιάζωεμβολίαζαεμβολίασα
εμβολιάζειςεμβολίαζεςεμβολίασες
εμβολιάζειεμβολίαζεεμβολίασε
εμβολιάζουμεεμβολιάζαμεεμβολιάσαμε
εμβολιάζετεεμβολιάζατεεμβολιάσατε
εμβολιάζουν(ε)εμβολίαζαν/
εμβολιάζανε
εμβολίασαν/
εμβολιάσανε
ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΤΙΚΟΣ
ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
FUTURE
CONTINUOUS
ΣΤΙΓΜΙΑΙΟΣ
ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
SIMPLE
FUTURE
ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
FUTURE

PERFECT
θα εμβολιάζωθα εμβολιάσωθα έχω εμβολιάσει
θα εμβολιάζειςθα εμβολιάσειςθα έχεις εμβολιάσει
θα εμβολιάζειθα εμβολιάσειθα έχει εμβολιάσει
θα εμβολιάζουμεθα εμβολιάσουμεθα έχουμε εμβολιάσει
θα εμβολιάζετεθα εμβολιάσετεθα έχετε εμβολιάσει
θα εμβολιάζουν(ε)θα εμβολιάσουν(ε)θα έχουν εμβολιάσει
ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ
PRESENT PERFECT
ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
PAST PERFECT
έχω εμβολιάσειείχα εμβολιάσει
έχεις εμβολιάσειείχες εμβολιάσει
έχει εμβολιάσειείχε εμβολιάσει
έχουμε εμβολιάσειείχαμε εμβολιάσει
έχετε εμβολιάσειείχατε εμβολιάσει
έχουν(ε) εμβολιάσειείχαν(ε) εμβολιάσει

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ – SUBJUNCTIVE

ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΤΙΚΗ
PRESENT
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ
PAST
ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΗ
PERFECT
να εμβολιάζωνα εμβολιάσωνα έχω εμβολιάσει
να εμβολιάζειςνα εμβολιάσειςνα έχεις εμβολιάσει
να εμβολιάζεινα εμβολιάσεινα έχει εμβολιάσει
να εμβολιάζουμενα εμβολιάσουμενα έχουμε εμβολιάσει
να εμβολιάζετενα εμβολιάσετενα έχετε εμβολιάσει
να εμβολιάζουν(ε)να εμβολιάσουν(ε)να έχουν εμβολιάσει

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ IMPERATIVE

ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΤΙΚΗ
PRESENT
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ
PAST
εμβολίαζεεμβολίασε
εμβολιάζετεεμβολιάστε

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ PRESENT PARTICIPLE

εμβολιάζοντας

to be vaccinatedΟΡΙΣΤΙΚΗINDICATIVE
εμβολιάζομαιΕΝΕΣΤΩΤΑΣPRESENT
εμβολιαζόμουν(α)ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣIMPERFECT
εμβολιάστηκαΑΟΡΙΣΤΟΣPAST
θα εμβολιάζομαιΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΤΙΚΟΣ
ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
FUTURE
CONTINUOUS
θα εμβολιαστώΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ
ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
SIMPLE
FUTURE
έχω εμβολιαστείΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣPRESENT
PERFECT
είχα εμβολιαστείΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣPAST
PERFECT
θα έχω εμβολιαστείΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ
ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
FUTUTRE
PERFECT
εμβολιάσου/εμβολιαστείτεΣΥΝΟΠΤΙΚΗ
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ
PAST
IMPERATIVE
εμβολιασμένος,-η,-οΠΑΘΗΤΙΚΗ
ΜΕΤΟΧΗ
PAST
PARTICIPLE

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *